Η Τζόυς Ευείδη μιλάει στο Joy: Για την εποχή του «Ρετιρέ», τον χωρισμό που δεν περίμενε, τον θάνατο των γονιών της και πως μια μέρα «ξαφνικά άδειασε το σπίτι»

16 Νοεμβρίου 2013

Η αγαπημένη ηθοποιός, που γνωρίσαμε μέσα από την επιτυχημένη σειρά «Το Ρετιρέ», έζησε έναν μεγάλο χωρισμό, τον θάνατο των γονιών της και τον θάνατο του σκυλιού την ίδια περίοδο. Και όμως η Τζόυς Ευείδη είναι ένας άνθρωπος που συνεχίζει να γελά και σε κάνει να γελάς, ακόμα και όταν περιγράφει τη στιγμή που έμαθε για την απιστία του συντρόφου της. Να τι είπε στο Joy και τη Νάνσυ Ζαμπέτογλου…

Για την εποχή του «Ρετιρέ»: «Μόνο χαλαροί δεν ήμασταν τότε! Ήταν πολύ δύσκολα, γιατί ο Δαλιανίδης ήταν ένας σπουδαίος δάσκαλος και μεγάλος δικτάτωρ της τέχνης, όπως πρέπει να είναι ένας σκηνοθέτης. Το αποτέλεσμα ήταν να είμαστε πάρα πολύ καλά διαβασμένοι γιατί αλλιώς τρώγαμε τρελό χέσιμο… τα νεύρα μας γινόντουσαν τσατάλια, αλλά βγάζαμε 25 λεπτά ωφέλιμο υλικό την ημέρα».

«Σκληρή δουλειά! Θυμάμαι ξύπναγα, έβαζα τη μαμά μου να μου κρατάει τα λόγια να της διαβάζω, έπινα τον καφέ μου, τον ξέρναγα και έφευγα για το γύρισμα. Έπαθα νεύρωση στομάχου από το άγχος… Ήταν δύσκολο να κάνεις τηλεόραση τότε, ούτε μπρέικ υπήρχαν, ούτε τίποτα από τις σημερινές χλιδές. Δεν υπήρχε αραλίκι και χαϊλίκι τότε… Κατ’ αρχήν, ξεκινούσαμε χωρίς κομμώτρια, η Κατερίνα Γιουλάκη πήγαινε κομμωτήριο κάθε μέρα! Μην κοιτάς που εγώ έπαιζα σαν τον γύφτο…»

«Ντρεπόμουν πάρα πολύ για το Ρετιρέ! Δεν μου άρεσε η αισθητική του. Δεν ήθελα να βλέπω τον εαυτό μου καθόλου, τώρα μετά από τόσα χρόνια συνήθισα λίγο… αλλά τότε δεν άντεχα! Είμαι ευγνώμων, βεβαίως, γιατί το Ρετιρέ μου άνοιξε το δρόμο για το θέατρο… Από το Ρετιρέ με είδε και με κάλεσε ο Κιμούλης».

Για τον Γιάννη Δαλιανίδη: «Όταν πέθανε ο Δαλιανίδης, έκλαψα όπως δεν έκλαψα στη μάνα και τον πατέρα μου. Ήταν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, πολύ αυστηρός, καλός δάσκαλος, που σκληραγωγούσε τους ηθοποιούς του. Μετά τον Δαλιανίδης ό,τι άλλη δουλειά έκανα μου φάνηκε λούνα-παρκ».

Για τη δουλειά της: «Γιατί να θεωρήσω κανονικό αυτό που κάνω; Τι κανονικότητα έχει; Που δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει; Που λες "αμάν να βρω δουλειά" και είσαι συνέχεια σαν το τρελό γιατί δεν ξέρεις αν θα έχεις επόμενη δουλειά και αν θα έχεις να φας».

 

Για την εμφάνισή της και τα κιλά της:«Νομίζω ότι θα μου αντιστοιχούσε κάτι καλύτερο εξωτερικά. Έχω, όμως, καλλίγραμμο ψυχικό κόσμο…Γενικά, δεν μ’ αρέσει η εικόνα μου.»

«Είμαι κανονικός άνθρωπος και δεν είμαι νευρωτικιά να τρώω δυο μπιζέλια. Ναι, θα τα φάω μια, δυο μέρες, ε την τρίτη θα πάρω μια τυρόπιτα… Κατά καιρούς, είμαστε ερωτευμένες τρώμε με τα αγόρι μας κανένα φαγητό, χωρίζουμε και δεν τρώμε τίποτα».

Για το χωρισμό της: «Είχα ένα μεγάλο χωρισμό. Δεν είναι καλό να κολλάμε στο παρελθόν, είναι αρρώστια. Ξεκολλάς δύσκολα είναι η αλήθεια, αλλά κάθεσαι τα σκέφτεσαι, τα ξανασκέφτεσαι, τα ζυγίζεις, λες ποιο ήταν το σωστό, ποιο ήταν το λάθος και αναγκαστικά προχωράς, τι θα κάνεις; Θα κλαις τον πεθαμένο; »

«Ήταν απιστία, ο χωρισμός. Μου το ανακοίνωσεΔεν το περίμενα, περίμενα ότι θα κάνουμε μια κουβέντα για τη σχέση μας, είχα μαγειρέψει! Εκείνο το διάστημα έτρεχα πολύ, δουλειά, νοσοκομεία… Μου είπε ότι πρέπει να κουβεντιάσουμε… εγώ το εξέλαβα ότι “έλα μωρέ, θέλει να μιλήσουμε να τα βρούμε!”, αλλά… Ήμουν αλλού! Δεν φαινόταν να έρχεται ο χωρισμός… Με σοκάρε, ήταν ένας τρίτος θάνατος».

Για τον έρωτα στα 30 και τα 40: «Με τον ίδιο τρόπο ερωτεύεσαι στα 30 και στα 40… ανάβει ένα φλασάκι! Τώρα πια αναζητώ την συντροφικότητα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο πάθος, δεν θέλω να κλαίω και να βασανίζομαι, αν αυτό είναι το πάθος. Θέλω να περνάω καλά, να γελάω, να μην τσακώνομαι και να έχω μια αγκαλιά όταν έχω πρόβλημα».

Για τον θάνατο των γονιών της: «Μια μέρα ξαφνικά άδειασε το σπίτι… ήταν πάρα πολύ δύσκολο! Νόμιζα ότι έμπαινα στον τάφο… Πήγαινα όπου μου έλεγαν για να μην είμαι μέσα. Μέχρι που έγκωσα και είπα δεν πάει άλλο, γιατί εγώ είμαι και του σπιτιού, μ’ αρέσει» [Σημ.: Έχασε τους δυο γονείς της μέσα σε ενάμιση μήνα]

«Νομίζω ότι ο μπαμπάς μου έπελεξε να φύγει. Ήταν πολύ ερωτευμένοι με τη μητέρα μου... Έλεγα ότι αντέχει, μέσα του όμως δεν ήταν εντάξει… δεν μου έλεγε τίποτα για να μην με φορτώνει. Οι γονείς μου ήταν παιδάκια, γελούσαμε πολύ, είχαμε πολύ κόσμο στο σπίτι, ζώα…»

Για το πώς το ξεπέρασε και γιατί δεν ζήτησε βοήθεια ειδικού: «Δεν είχα την ανάγκη να πάω σε κάποιον να τα πω, να τα πω σε έναν τρίτο άνθρωπο, είχα την ανάγκη να γλείψω τις δικές μου πληγέςΜε βοήθησε πολύ η δουλειά, τους είχα τους συναδέλφους σαν οικογένεια. Έχω διάφορες οικογενειούλες φίλων, που άλλοτε η μία άλλοτε η άλλη είχαν την διάθεση να με φάνε στη μάπα… Μου έκανε πολύ καλό, επίσης, και που ξαναπήρα σκυλί. Ήταν πολύ ταλαιπωρημένο και είχε μια απίστευτή διάθεση για ζωή. Και είπα ότι, δεν μπορεί, ένα μάθημα θέλει να μου δείξει».